Wednesday, July 28, 2010

156. Δικαίωση

Κάνουμε πολλά, υπομένουμε πολλά, εν αναμονή μιας δικαίωσης που δεν έρχεται ποτέ. Ή όταν έρχεται δεν την αναγνωρίζουμε, δεν είμαστε έτοιμοι για αυτή, δεν είναι αυτό που θέλαμε. Αλλά ίσως αυτό που τελικά επιθυμούμε στο όνομα της δικαίωσης --το πραγματικό νόημα της-- είναι το να μην υπάρχουμε. Γιατί μόνο ερήμην μας μπορεί να υπάρξει δικαίωση όπως την φανταζόμαστε. Τότε μόνο θα μπορέσει να λάμψει ανενόχλητη η αλήθεια μας, όταν θα έχει εξαλειφθεί κάθε τι που την παρεμποδίζει απ' την απόλυτη έκφραση: δηλαδή εμείς οι ίδιοι και όλα όσα πάνω μας καταλήγουν να μάς υπονομεύουν και να μάς οδηγούν διαρκώς στην παρεξήγηση απ' τους άλλους.

Το να αγαπάς τη ζωή, από την άλλη, σημαίνει πάνω από όλα ένα πράγμα: την εξάλειψη της προσδοκίας της δικαίωσης. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της φράσης "ο νεκρός δεδικαίωται." Η δικαίωση αφορά μόνο τον κόσμο των νεκρών --είναι το αντάλλαγμα που τους δίνεται για την απώλεια της ύπαρξης.

155. Σιωπή

Το αν υπάρχουν διαφορές ουσίας ανάμεσα σε κάτι που καλείται "δημοσιογράφος" και σε κάτι άλλο που καλείται "μπλόγκερ" --διαφορές δηλαδή διαφορετικές από το συγκυριακό στοιχείο της επαγγελματικής ή ερασιτεχνικής ενασχόλησης ή της ανωνυμίας και της επωνυμίας, της σχετικής διασημότητας και της σχετικής ασημότητας-- δεν είναι εύκολο να απαντηθεί με τρόπο γενικό.

Αλλά σκέφτομαι ότι για μένα μια διαφορά θα μπορούσε να είναι η εξής. Ο μπλόγκερ που εχει αποκαθάρει τον δημοσιογράφο από μέσα του δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να μιλά για ό,τι μιλά η κοινή γνώμη, κάθε φορά που μιλά για κάτι η κοινή γνώμη. Ο δημοσιογράφος δεν έχει την πολυτέλεια της σιωπής --πληρώνεται για να μιλά, για να μένει πάντα εναγκαλισμένος με τις ενασχολήσεις της κοινής γνώμης, όποιας ποιότητας και όποιου χαρακτήρα και αν είναι αυτές.

Το να έχεις γνώμη ακόμα και για ό,τι γνωρίζεις ότι δεν έχει καμμία συμμετοχή στην αλήθεια,  το να επιδιαιτητεύεις καταναγκαστικά ανάμεσα σε αντίπαλα ψεύδη --αυτό μου φαίνεται το επισφράγισμα της ανελευθερίας της κοινωνίας της ελευθερογνωμίας.

Tuesday, July 20, 2010

154. Αναλωσιμότητα

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι εφημερίδες των Η.Π.Α, και κυρίως οι New York Times, άρχισαν να δημοσιεύουν επικήδειους (obituaries) για τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν μέσα στο World Trade Center. "Ήταν πατέρας μιας κόρης 11 και ενός γιού 14, του άρεσε το σκουός, και λάτρευε τα σαββατοκύριακα με καγιάκ στην εξοχή." Οι εξανθρωπιστικές λεπτομέρειες, η προσπάθεια του λόγου να αποκαταστήσει την ανθρώπινη μοναδικότητα αυτού που σκοτώθηκε, κατέληγαν ουσιαστικά στο να κάνουν το αντίθετο: να αποκαλύπτουν το υποκείμενο ως τίποτε παραπάνω από ένα γελοία τυχαίο άθροισμα από οικογενειακές λεπτομέρειες, έξεις, συνήθειες και χόμπι, το αποτέλεσμα ενός εξευτελιστικά προβλέψιμου multiple choice ανάμεσα σε πεπερασμένες επιλογές: πέντε παιδιά, τρία, κανένα· κηπουρική, γραμματόσημα, τένις, περπάτημα στην εξοχή· πρόσκοποι, κολεγιακή ομάδα ράγκμπι, μέλος της τοπικής λέσχης θεάτρου· διάβασμα, σοφτ ακτιβισμός, ταξίδια, υποβρύχιες καταδύσεις. 

Όσο περισσότερες οι εξανθρωπιστικές λεπτομέρειες, τόσο πιο αχνό το ίχνος της μοναδικότητας, τόσο πιο αόρατες οι υψιπετείς εκείνες ιδιότητες με τις οποίες συνδέουμε το ανθρώπινο: ελεύθερη βούληση, αυτοκαθορισμός, συνείδηση, εσωτερικότητα. Και τόσο μεγαλύτερη η αίσθηση του καθένα για την απόλυτη αναλωσιμότητά του, το γεγονός ότι όλη αυτή η φιλολογία περί του αναντικατάστατου του καθένα μας δεν είναι παρά ένα κακόγουστο αστείο σε βάρος της επίγνωσής μας ότι ποτέ δεν ήμασταν πιο εύκολα αντικαταστάσιμοι, ότι αυτό ακριβώς είναι το νόημα της μαζικής μας παιδείας, της μαζικής μας κουλτούρας, της μαζικής μας φενάκης με το υποτίθεται "ατομικό" γούστο όπως αυτό διαμορφώνεται από μαζικά μέσα και συναρτάται με μαζικά παραγόμενα αγαθά.

Οι αναλώσιμοι άνθρωποι βρίσκουν όλο και δυσκολότερο να συγκινηθούν από τον θάνατο αναλώσιμων ανθρώπων όχι γιατί έχουν γίνει σκληροί, αλλά γιατί στον θάνατο αυτό αντικρίζουν την απόλυτη έκθλιψη της δικής τους ζωής, που μπορεί να είναι αρκετά άνετη ή ευχάριστη ή ικανοποιητική, αλλά δεν είναι περισσότερο δική τους, δεν τους ανήκει με οργανικότερο, βιωμένο τρόπο από ό,τι τους ανήκει το τελευταίο ipod ή η καινούργια τηλεόραση πλάσμα. 

Γι αυτό και το βεβιασμένο δάκρυ για την τελευταία δημοσιοποιημένη απώλεια του Χ ή Ψ (ημι)επώνυμου φαντάζει το ίδιο ψεύτικο με την αποκύρηξη της ανάγκης θρήνου για αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε χάσει την ικανότητα να νιώσουμε πένθος για τους άλλους επειδή έχουμε επίσης χάσει την πίστη ότι υπάρχει κάτι σε μας τους ίδιους του οποίου η απώλεια να είναι άξια θρήνου. Ίσως αυτό που θα έπρεπε πραγματικά να θρηνούμε είναι η απώλεια της δυνατότητας για θρήνο, η σταδιακή, σιωπηρή, ύπουλη εξασθένιση της συναίσθησης του πολύτιμου ζωών όπως η δική μας, ζωών που, όταν συγκρίνονται με αυτές του τρίτου κόσμου, φαντάζουν τόσο μα τόσο σπάταλα, αστόχαστα ακριβές. 

Sunday, July 18, 2010

153. Χολή

Η θέληση να αλλάξεις κάτι που δεν πείθει καν τον εαυτό της για την δύναμη ή αποτελεσματικότητά της, μετατρέπεται σε χολή. Γι αυτό κανέναν δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι η εγχώρια αριστερά, έχοντας επανειλημμένα αντικρίσει την ανικανότητά της να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, έχει επιδοθεί μετά μανίας στο εσωτερικό ξεκατίνιασμα, το συκοφαντικό κουτσομπολιό και την μικροπρέπεια. Όσο μικρότερα τα εναπομείναντα πολιτικά διακυβεύματα, τόσο πιο λυσσώδες το μίσος για τον άλλο (και εν προκειμένω, για τον πρώην "σύντροφο")· τόσο πιο υστερικά υπερβολική η αναπαράσταση του διαβολικού κακού που ο άλλος πρεσβεύει, του εμποδίου που μας θέτει για την πραγμάτωση των στόχων μας. 

Η ενέργεια που αδυνατεί να βρει έκφραση μετασχηματιστική σε ό,τι αφορά την πραγματικότητα στρέφεται προς τα μέσα, εκδικούμενη τα ανεκπλήρωτα εκείνα πιστεύω που μας τιμωρούν με ενοχές. Ξέροντας ότι δεν μπορεί να καταστρέψει τον καπιταλισμό, η αριστερά της μεταπολίτευσης ανακαλύπτει την υποκατάστατη ηδονή της καταστροφής του απαρνημένου εαυτού της, που έχει το πρόσωπο του πρώην συντρόφου. Είναι και αυτή μία μορφή πολιτικής πράξης και ίσως, υπό κάποιες συνθήκες, αφορμή μιας απώτερης αισιοδοξίας για το μέλλον, όταν η λέξη "αριστερά" ως συνώνυμη της πολιτικής υποκειμενικότητας της "γενιάς του Πολυτεχνείου" θα έχει--ελπίζει κανείς στους απενεχοποιημένους και μακαρίως αμνήμονες νέους του σήμερα--βυθιστεί στην λήθη που της αξίζει.

Monday, July 12, 2010

152. Κλειστόν

Τα καταστήματα που βούλιαξαν και στέκονται πλέον άδεια από περιεχόμενο γεμίζουν τους δρόμους σαν χαλασμένα δόντια.

Όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν ένα σπίτι, αφήνουν πίσω τους ένα ίχνος ζωής, ένα σημείο αναφοράς για το βλέμμα που ατενίζει τον κενό χώρο. Όταν τα εμπορεύματα εξαφανίζονται, μένει πίσω μόνο η θλιβερή βρωμιά στο πάτωμα, κάτι πεταμένα χαρτιά, το ραγισμένο τζάμι μιας βιτρίνας, ο αδικαιολόγητος εγκλεισμός του κενού με τσιμέντο και γυαλί.

Ο καλοκαιρινός ήλιος πέφτει επάνω στα καταστήματα που άδειασαν σαν κατάρα --ούτε κουρτίνες, ούτε στόρια να μετριάσουν κάπως την αντηλιά, ούτε οι σκιές των πραγμάτων να κρύψουν λίγο τα ενδότερα. Το φως πέφτει χωρίς έλεος, όπως όταν λιώνει τη σάρκα σε ένα ψοφίμι στην έρημο. Οι περαστικοί αποστρέφουν ενστικτωδώς το βλέμμα, όπως κάνουν με τα ψοφίμια· ποιος θέλει να κοιτάζει βιτρίνες της αποτυχίας, του φόβου ότι αύριο όλα θα είναι λίγο χειρότερα;