Tuesday, September 7, 2010

165. Αποκάλυψη τώρα

Ανάγνωση, τις μικρές ώρες, του Ο δρόμος (The Road) του Cormac McCarthy. Το βιβλίο κατεβαίνει μονορούφι, αλλά με μια γεύση προσωπικού δηλητηρίου. Ένας πατέρας με τον γιό του σε μια απελπισμένη και χωρίς ελπίδα μάχη για επιβίωση στον μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, περιβεβλημένος από ανθρώπους είτε ζωντανούς-νεκρούς σαν τον ίδιο, είτε --ακόμα χειρότερα-- κανίβαλους. Η μητέρα έχει προ πολλού αυτοκτονήσει. Οι πόλεις κατεστραμμένες, η γη καμένη, παγωμένη, και τελεσίδικα στέρφα, μοναδική τροφή οι όλο και λιγότερες, όλο και πιο αιματηρά εξασφαλίσιμες,  κονσέρβες του παρελθόντος. Mοναδικός χώρος επιβίωσης ο δρόμος, καμένη άσφαλτος για το πουθενά.

Σκεφτόμουν ότι στον διαγωνισμό φρίκης του μυθιστορήματος την πρώτη θέση παίρνει ο θάνατος του φυσικού κόσμου: όσο και αν ανατριχιάζεις με την ωμότητα που οι επιζήσαντες επιφυλάσσουν ο ένας για τον άλλο, δεν μπορείς να αγνοήσεις ότι έχει ιστορική γεύση. Είναι, όπως και να 'χει, οικεία από το παρελθόν. Και από μόνη της δεν είναι τίποτε διαφορετικό από όσα ζήσαμε και ζούμε. Ο θάνατος όμως των δέντρων ("dead trees", "dead boughs", "dead branches" οι πιο συνηθισμένες φράσεις στο κείμενο), το ό,τι δεν φυτρώνει τίποτε, το ότι δεν υπάρχει καμμία προοπτική να ξανατραφείς με ζώο ή φρούτο ή λαχανικό που δεν έχει μπει σε κονσέρβα πριν την καταστροφή, το ό,τι συνεπώς, δεν υπάρχει καμμία προοπτική επιβίωσης για κανένα στο απώτερο μέλλον, το ότι το τέλος του δρόμου είναι ο καθολικός θάνατος --ούτε καν ο θάνατος, λέει ένας επιζήσας, γιατί και αυτός θα πεθάνει όταν μείνει μόνος και δεν έχει τίποτε να κάνει σε κανένα-- αυτό μπαίνει στο αίμα σου αργά-αργά σαν φαρμάκι στον αναπόδραστο δρόμο για την καρδιά. Σου ρχεται να κλάψεις με λυγμούς στην σκηνή που οι δυο τους ακούνε ένα σκυλί να αλυχτά σε μια πόλη-φάντασμα. Για λίγο όμως μόνο. Mετά σιωπή, ορφανεμένη, ερεβώδης σιωπή. Είναι το μόνο μη ανθρώπινο πλάσμα στο κείμενο, και δεν το βλέπεις ποτέ.

Ο πατέρας πεθαίνει βήχοντας τα πνευμόνια του στο καρβουνιασμένο χώμα (η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη στάχτη και η αναπνοή αργά θανατηφόρα). Ο γιός υιοθετείται από αγνώστους. Το μυθιστόρημα κλείνει με την ελεγειακή εικόνα του κόσμου που χάθηκε ανεπιστρεπτί, και που εμφανίζεται με τη μορφή ενός χάρτη που δεν μπορεί να ξανακολληθεί, τον χάρτη του δέρματος του τελευταίου ψαριού. Σήμερα που ξαναείδα το γιό μου στον παιδικό σταθμό ένιωσα σαν να είχα μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Κοίταξα το δέρμα του. Mου ήρθε να φιλήσω το γόνατό του, ελαφρά γδαρμένο καθώς ήταν από κάποιο παιχνίδι. Αναστολή. Αναστολή.

1 comment:

  1. Κάποιοι καίνε βιβλία, κάποιοι άλλοι καίγονται μες τα βιβλία.
    Θυμίζει Αντώνη. Και τους λόγους, γιατί κανείς αναγνώστης δεν ξεκολλά απ΄αυτό και το άλλο μπλοκ.

    Κανένα άλλο σχόλιο.

    ReplyDelete