Friday, April 16, 2010

126. Έδαφος

Το έδαφος στο οποίο πατάμε αυτή τη στιγμή δεν έχει πυκνότητα. Τα πόδια βυθίζονται μέσα του με ευκολία. Οι λέξεις έχουν γίνει επισφαλείς. Κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Θα ήταν μεγάλος πειρασμός να προβλέψει ότι αυτή είναι μια εποχή για σωτήρες και μεσσίες, ανάλογη με αυτή του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο. Η καχυποψία έχει διαβρώσει τα πάντα και η διάθεση για καταστροφή απλώνεται παντού, ακόμα και απέναντι στον εαυτό μας. Ο χρόνος αιωρείται ανάμεσα στην προσμονή της αφάνισης και το συναίσθημα μιας εξαθλιωμένης ασφάλειας, την μισοαπελπισμένη, μισοελπιδοφόρα προσδοκία ότι τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί, ότι όσο άσχημα και αν γίνουν τα πράγματα, θα εξακολουθούμε να περιμένουμε χωρίς να πιστεύουμε ότι περιμένουμε τίποτα.

Νιώθω το βάρος της απελπισίας των άλλων, τη βουβαμάρα τους, την επιθυμία τους να κουλουριαστούν γύρω απ' το κενό που τους απέμεινε. Νιώθω τη δύναμη της αδράνειάς τους, σαν το νερό που παρεμποδίζει τις κινήσεις σου, σαν την αόρατη δύναμη που επιβραδύνει τις κινήσεις στα όνειρα. Αλλά ακούω ταυτόχρονα, μέσα στον υπνωτικό βόμβο αυτής της αδράνειας, σαν κύμα που σκάει κάπου μακριά μέσα στη νύχτα, την μεγάλη οργή. Δεν με παρηγορεί η σκέψη. Υπάρχει μια νύχτα που διαρκεί πολύ, τόσο που δεν προλαβαίνεις να ξυπνήσεις.

No comments:

Post a Comment