Friday, March 26, 2010

116. Οι άεργοι συκοφάντες

Από την εκκλησία, απ' τους ναούς, από την αγορά, είχαν όλοι εξαφανιστεί. Πίσω από κάθε σφαλιστή πόρτα υφαίνονταν μια διαφορετική συνομωσία. Έξω στο δρόμο, μόνο τζιτζίκια, αδέσποτα σκυλιά, και λίγοι συκοφάντες, που 'χανε μείνει μόνοι, δίχως κατηγορούμενους να ρουφιανέψουν, δίχως κατήγορους να τους πληρώσουν. Οι άεργοι συκοφάντες έπαιζαν μια τον αφέντη και μια τον δούλο. Πώς να περάσει αλλιώς η ώρα; Μια κάνανε τεμενάδες στο πουθενά, στον άδειο αέρα, μια κραδαίνανε μαστίγια και χτυπούσανε με οργή τις πέτρες, που 'χανε χορταριάσει. Ήτανε κωμικό το θέαμα, ήτανε θλιβερό; Ποιος να γνωρίζει; Οι δρόμοι έμεναν άδειοι, θεατές πουθενά. 

No comments:

Post a Comment