Sunday, January 17, 2010

53. Χυδαιότητα και ευγένεια

vulgar: χυδαίος, επιθ. εκ του vulgus (λατ.). Προσιδιάζων στα κατώτερα, λαϊκά στρώματα. Αντιθ. noble: ευγενής (ευ+γόνος). Προσιδιάζων στις συνήθειες και συμπεριφορές των γεννηθέντων σε "καλές" οικογένειες.

Ο Χριστιανισμός είναι ίσως αυτός που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο επέφερε μια σημαντική μετατόπιση, τέτοια ώστε χυδαίος: όποιος εκφράζει την εκ γενετής ή επίκτητη πεποίθηση της ανωτερότητάς του από τα κατώτερα, λαϊκά στρώματα, αυτός που προβάλλει την δύναμή του επί των αδυνάτων χωρίς όριο ή ντροπή, ενώ ευγενής:  αυτός που ασπάζεται την αδυναμία, αυτός που αυτοπεριορίζει την ισχύ του, σεβόμενος τους αδυνάτους.

Ο Νίτσε δεν συγχώρεσε ποτέ αυτή την αναστροφή, στην οποία διέγνωσε τον θρίαμβο της αρνητικότητας, της δύναμης της άρνησης να διαστρέφει το αρχικό, καταφατικό νόημα των πραγμάτων, και μαζί, να απονομιμοποιεί την (για αυτόν) καταφατική, απενοχοποιημένη δομή του ίδιου του ταξικού συστήματος της κυριαρχίας και της ανισότητας.

Φοβάμαι ότι διαθετικά, σε ό,τι αφορά το ένστικτο, είμαι Χριστιανός, δηλαδή Ιουδαίος. Η αυταρέσκεια της ισχύος είναι για μένα ο ορισμός της χυδαιότητας. Εγκεφαλικά, από την άλλη, κατανοώ την σημασία της νιτσεϊκής παρέμβασης: δεν μπορούμε να αρκεστούμε σε μια δύναμη που να υφίσταται μόνο δια της άρνησης, μέσα στην άρνηση. Πώς να συμφιλιωθούν ένστικτο και νους;

Υπάρχει διέξοδος από αυτό τον υποκειμενικό στρόβιλο; Θα έπρεπε να υπάρχει;

No comments:

Post a Comment